<%@ Language=JavaScript %> Δημήτρη Δεμερτζῆ

Πολιτιστικός Σύλλογος Αβγαριάς

Αβγαριά(η)
Ιστορική Αναδρομή

Γεωγραφική Θέση

Τοπωνυμικό
Δημογραφικά Στοιχεία
Φωτογραφικό Υλικό
Θέσεις Θέασης
Ο Ναός και τα Ξωκκλήσια

Αρθρογραφία

Γενεαλογία

Πολιτιστικός Σύλλογος

Εκδηλώσεις
Βήμα Μελών και Φίλων
Προτάσεις-Σχόλια

 


 

 

Δημήτρη Δεμερτζῆ, Συλλογὴ τοπωνυμιῶν τῆς νήσου Εὐβοίας, ΑΕΜ, τόμος ΙΑ, σελ., 177
 

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΑΒΓΑΡΙΑΣ 

οἱ Ἁλαταρές (θαμνώδεις ἐκτάσεις)
ὁ Ἁη-Λιᾶς (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ Ἀτσίγγες (ἐλαιοπερίβολα)
ὁ Ἁη-Κωνσταντῖνος (ἐλαιοπερίβολα)
τ' Ἀμπέλια (ἐλαιοπερίβολα)
ὁ Ἁη Γιάννης (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
οἱ Βριλῆνες (ἐλαιοπερίβολα)
ὁ Βησαλιάς (ἐλαιοπερίβολα)
ἡ Γκαλιούρα (θαμνώδης ἔκτασις)
ὁ Γύφτος (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ  Γκιῶνης (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Θηλίκια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὸ Θυμάρι (θαμνώδης ἔκτασις)
οἱ Κερασιές (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ Κολτσιδιάς (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὸ Κλιμάκι (θαμνώδης ἔκτασις)
ὁ Κοκκινόβραχος (θαμνώδης ἔκτασις)
ἡ Κλαμπατσάρα (θαμνώδης ἔκτασις)
ὁ Κoτσικιάς (ἐλαιοπερίβολα)
οἱ Κοκορετζίτσες (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Κανάλια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὸ Καλαμάκι (ἐλαιοπερίβολα)
ἡ Κρεμμύνα (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ Καλόγηρος (ἐλαιοπερίβολα)
στὸν Κοτσικιά (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Κουφόβουρλα (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Καμίνια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Κέλια (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Λακκάκια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Λειβάδια (ἐλαιοπερίβολα)
τὸ Λιμοχώρι (ἀγροτικὰ περιφέρεια)
ἡ Λαγόραχη (ἐλαιοπερίβολα)
τοῦ Μπλώ (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
οἱ Μαροῦγγες (ἐλαιοπερίβολα)
τό Μακροχώραφο (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Μνήματα (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Μαντριά (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Μοναστηράκια (ἐλαιοπερίβολα)
ἡ Μουτσιάρα (ἐλαιοπερίβολα)
τοῦ Μπεκαίρη (θαμνώδης ἔκτασις)
ἡ Μαυραγάνη (ἐλαιοπερίβολα)
οἱ Ξηφάρες (ἐλαιοπερίβολα)
τὸ Ξυνὸ Νερό (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Πατήματα (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ Πλάτανος (ἐλαιοπερίβολα)
ἡ Παλιόβρυση (ἐλαιοπερίβολα)
τοῦ Πατρίκη (ἐλαιοπερίβολα)
τὸ Παλιβρό (ἐλαιοπερίβολα)

τό Παλιχώρι(ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Προσήλια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τα Ρόγκια (ἐλαιοπερίβολα)
ἡ Ρόκη (ἐλαιοπερίβολα)
οἱ Σπηλιές (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ἡ Σουβαλίτσα (θαμνώδης ἔκτασις)
στο Στρογγυλό (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ὁ Σταυρός (ἐλαιοπερίβολα)
τὰ Σπάτα (ἀμπελῶνες)
τὸ Στενό (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ἡ Σουβάλα (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
οἱ Τριανταφυλλιές (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὸ Τριανταφυλλόρεμα (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Τσιτσιράφια (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Τροκάβλια (ἐλαιοπερίβολα)
οἱ Τρεῖς Λάκκες (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ἡ Τσαμπρέλα (θαμνώδης ἔκτασις)
οἱ Φτεριᾶδες (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
ἡ Χιλιαδοῦ (ἀγροτικὴ περιφέρεια)
τὰ Χλιαρά (ἐλαιοπερίβολα).



Παρατήρηση:

Τα παραπάνω αναγράφονται με μικρές αλλαγές από μέλη του συλλόγου στο αρχικό κείμενο στην εργασία του Δημήτρη Δεμερτζῆ.

 

  

 
Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆς, Καθηγητής Φιλόλογος

 

Α. ΕΔΑΦΩΝΥΜΙΚΑ:

1. Ἁλαταρές-/Ἁλαταριές, οἱ: Ἐκ τοῦ ἅλς> ἅλας> ἁλάτι> ἀλατερή>ἁλαταρή> ἁλαταρές καὶ ἁλαταριά> ἁλαταριές μὲ ἐξακουλουθητικὴ ἀφομοίωση. Σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ ὑπερήλικα κάτοικου τοῦ χωριοῦ Δημ. Κωντοκώστα οἱ πρόγονοί του κατεῖχαν στὴν περιοχὴ αὐτὴ τὴν ἀγροτικὴ ἔκταση ποὺ ὁρίζει ἡ τοπωνυμία. Οἱ Κοντοκωσταῖοι, γνωστοὶ καὶ μὲ τὸ παρατσούκλι Βλάχοι, ἦσαν ἰδιοκτῆτες μεγάλων κοπαδιῶν αἰγοπροβάτων ποὺ ἐξέτρεφαν στὴν περιοχή. Ἐδῶ οἱ βοσκοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν ταΐστρες (μικρὰ ξύλινα παχνιὴ ἢ πλάκες), ὅπου ἔρριχναν ἁλάτι, στοιχεῖο ἀπαραίτητο τῆς ἐκτροφής τῶν αἰγοπροβάτων ὡς διατροφικὸ συμπλήρωμα, σὲ ανάμειξη μὲ τὴν κύρια τροφὴ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ καὶ τὴν προέλευση τοῦ τοπωνυμίου, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ ἀναφερόμενος κάτοικος τοῦ χωριοῦ καὶ σύμφωνα μὲ ὅσα ἀνάφερε σὲ σχετικὴ συζήτηση ὁ Τάσος Κοντοκώστας, συνταξιοῦχος δάσκαλος τοῦ χωριοῦ καὶ μακρινὸς συγγενὴς τοῦ ὡς ἄνω Δημ. Κοντοκώστα. Ἡ τοπωνυμία ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἔγγραφη μαρτυρία (Παῦλος Δρανδάκης, Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκλυκλοπαιδεία, ἔνθα λῆμμα Ἁλαταρές) ὅτι σχεδὸν σ’ ὅλα τὰ ποιμενικὰ χωριὰ τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Ἠπείρου ἀπαντᾶται τὸ τοπωνύμιο Ἁλαταρὲς ἢ Ἁλαταριές, τὸ ὁποῖο ὀφείλεται στὴν ἴδια γενεσιουργὸ αἰτία. Εἶναι βέβαιο ὅτι στὴν Αὐγαριὰ ζοῦσαν ποιμένες καταγόμενοι ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω γεωγραφικὰ διαμερίσματα καὶ ἔφεραν μαζί τους τρόπους ἐκτροφῆς τῶν ποιμνίων. Τώρα πλέον ἡ προφορικὴ παράδοση ἀποκτᾶ τὴ σάρκα τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ μένει ἐσαεί.

2. Ἡ Βησσαλιά (Βησαλιά: ἐλαιοπερίβολα): Εἶναι πλησμονῆς σημαντικὸ ἐκ τοῦ βήσσαλον, λέξη ποὺ ἀπαντᾶται καὶ ὡς βήσαλο καὶ βίσαλο καὶ βέσσαλο καὶ βεσάλι, προερχομένη ἐκ τοῦ λατινικοῦ bessalis. Σημαίνει τὴν ὀπτὴ πλίνθο καὶ τὸ θραῦσμα ἀπὸ πλίνθο ἢ κεραμίδι καὶ τὸ μικρὸ λιθάρι. Μὲ βήσσαλα κατασκεύαζαν τὴν κάτω κυκλοτερὴ ἐπιφάνεια τοῦ φούρνου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐτίθεντο τὰ πλασμένα ψωμιὰ πρὸς ψήσιμο. Ἡ περιοχὴ ποὺ ὁρίζει τὸ τοπωνύμιο εἶναι σπαρμένη ἀπὸ μικρὲς πέτρες ἢ θραύσματα κεραμιδιῶν.

3. Τ Κλιμάκι (Κλιμάκι: θαμνώδης ἔκταση): Ἐκ τοῦ κλῖμαξ (ἐκ τοῦ κλίνω) παρήχθη τὸ ὑποκοριστικὸ κλιμάκιον> κλιμάκι, τὸ ὁποῖο δηλώνει κλίση φυσικὴ ἢ τεχνικὴ τοῦ ἐδάφους, ἄλλως πως σκαλὶ ἢ σκαλοπάτι.

4. Ὁ Κοκκινόβραχος (Κοκκινόβραχος: θαμνώδης ἔκταση): Τὸ σύνθετο αὐτὸ τοπωνύμιο ὀφείλει τὴν αἰτία τῆς γένεσής του στὸν βράχο ἐρυθροῦ χρώματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁρατὸς ἀπὸ ἄλλα μέρη. Τὸ τοπωνύμιο εἶναι συχνότατο ἀπαντώμενο καὶ σὲ ἄλλα χωριά.

5. Τὰ Κανάλια (Κανάλια: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἡ λέξη εἶναι ἀντιδάνειο ἀπὸ τὴ λατινικὴ canalis (= σωλήνας) ἐκ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κάννα ἢ κάννη (= καλάμι ὡς ἐκ τοῦ σχήματος). Ὡς τοπωνυμία ἀπαντᾶται καὶ σὲ ἄλλα χωριὰ καὶ δηλώνει μικρὲς ῥεματιὲς σὲ μορφὴ σωλήνα ἢ καλαμιοῦ.                                                                        6. Τὰ Λακκάκια (Λακκάκια: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Εἶναι ὑποκοριστικὸ τοῦ λάκκος (>λάκκα >λακκάκιον> λακκάκι). Ἡ ἀρχικὴ σημασία τῆς λέξης λάκκος ἦταν λίμνη (παράβαλε τὸ λατινικὸ lacus= λίμνη), ἐντὸς τῆς ὁποίας ζοῦσαν ὑδρόβια πτηνά, ὅπως στὸν Ἡρόδοτο μαρτυρεῖται (Ζ, 119). Μετέπειτα σήμαινε δεξαμενή, κοίλωμα. Ἡ λάκκα ἐνέχει τὴ σημασία τοῦ κοιλώματος, διότι δηλώνει τὸν ἀρόσιμο ἀγρὸ περιβαλλόμενο ἀπὸ δάσος, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι σχηματίζεται τεχνητὴ κοιλότητα.

7. Τὰ Λιβάδια (Λειβάδια: ἐλαιοπερίβολα): Εἶναι ὑποκοριστικὸ τοῦ λιβάς (ἀπὸ ῥίζα λείβ)= πᾶν ὅ,τι καταπίπτει ἢ στάζει (παράβαλε τὸ σημερινὸ λιβαδερὸ χωράφι). Συνεπῶς ἡ παράγωγη λέξη εἶχε ἄλλη σημασία, ταυτίστηκε ὅμως μὲ ἐκείνη τοῦ

 

ὁμόρριζου λειμών (= βοσκότοπος), διότι τὸ νερὸ εὐβοεῖ τὴν ἀνάπτυξη πόας. Ἡ τοπωνυμία ἀπαντᾶται καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωριά.

8. Τὸ Μακροχώραφο (Μακροχώραφο: ἐλαιοπερίβολα): Ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ ἀγροῦ πῆρε τὸ ὄνομα ὁλόκληρη τοποθεσία.

9. Ἡ Μουτσιάρα (Μουτσιάρα: ἐλαιοπερίβολα): Ἡ ὁμηρικὴ λέξη μόσχος (Λ105) σημαίνει τὸ νεαρὸ καὶ τρυφερὸ βλαστάρι. Τέτοια βλαστάρια τίθενται μέσα στὸ νερὸ πρὸς φύτευση μέχρι νὰ βγάλουν ῥιζίδια. Ἡ ἐνέργεια ἐκφράζεται μὲ τὸ ῥῆμα μοσχεύω καὶ τὰ βλαστάρια μοσχεύματα. Ἀπὸ τὸ μοσχεύω προῆλθε τὸ μουσκεύω= διαβρέχω> μούσκεμα καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια ῥίζα τὸ μουσκιάρα καὶ μὲ σίγηση τοῦ σ καὶ τσιτακισμὸ μουτσάρα= διάβροχος τόπος.

10. Τὰ Προσήλια (Προσήλια: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἐκ τοῦ πρός+ἥλιος καὶ λέγεται ἔτσι διότι τὰ μέρη ποὺ ὁρίζει ἡ τοπωνυμία δέχονται ὅλη τὴν ἡμέρα τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Ἀντίθετο τὸ ἀνήλιο ἢ τὸ ζερβό.

11. Ἡ Ρόγκα (Ρόγκα: ἐλαιοπερίβολα): Εἶναι δάνειο ἐκ τῆς λατινικῆς rogus, ἡ ὁποία σημαίνει φωτιά, θάνατο, ἀφανισμό. Ἀπὸ αὐτὴ προῆλθε τὸ ῥόγκι καὶ τὸ μεγεθυντικὸ ῥόγκα. Στὰ παλιότερα χρόνια, ἐπειδὴ ἡ καλλιεργήσιμη γῆ δὲν ἐπαρκοῦσε γιὰ μεγάλες ἀποδόσεις σὲ ἀγροτικὰ προϊόντα, κυρίως σιτάρι, ὁ ἀγρότης προέβαινε στὴν ἐκχέρσωση δασικῆς ἔκτασης μὲ τὴν διὰ πυρᾶς ἀποψίλωση. Συνεπῶς, ῥόγκι εἶναι τὸ χωράφι ποὺ προῆλθε ἀπὸ καύση τῆς φυτικῆς ὕλης.

12. Οἱ Σπηλιές (Σπηλιές: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἐκ τοῦ πληθυντικοῦ σπήλαια παρήχθη τὸ σπήλια καὶ ἐξ αὐτοῦ μὲ καταβιβασμὸ τόνου σπηλιά, λέξη ποὺ δηλώνει κοίλωμα ἐντὸς γῆς μὲ ἄνοιγμα ὁριζόντιο σ’ αὐτή. Ἡ τοπωνυμία εἶναι εὐεξήγητη, λόγω τῆς παρουσίας πολλῶν μικρῶν ἢ μεγάλων σπηλαίων.

13. Τὸ Στενό (Στενό: ἀγροτικὴ περιφέρεια). Παράγεται ἐκ τοῦ ἐπιθέτου στενὸς σὲ οὐδέτερο γένος καὶ τίθεται κατὰ παράλειψη τῆς λέξης χωράφι. Σὲ ἄλλα μέρη λέγεται καὶ σύνθετο στενοχώραφο.

14. Οἱ Τρεῖς Λάκκες (Τρεῖς Λάκκες: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Περὶ τῆς ἐτυμολογίας βλέπε ἀνωτέρω λῆμμα Λακκάκια. Ὡς τοπωνυμία εἶναι σαφὴς λόγω τοῦ ἐπιθετικοῦ προσδιορισμοῦ «τρεῖς».                                                                                                    

 

Β. ΑΓΙΩΝΥΜΙΚΑ:

Αὐτὰ ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή τους σὲ κτίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦν τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν κατοίκων. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Εὔβοιας παρατηρήθηκε ὀργασμὸς στήν (ἀν)οἰκοδόμηση ἐκκλησιαστικῶν οἰκημάτων. ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια τὶς θρησκευτικὲς ἐλευθερίες, τῶν ὁποίων ἔκφραση εἶναι καὶ θεμελίωση ἱερῶν κτισμάτων. Στὴν Αὐγαριὰ ἀνηγέρθη καθεδρικὸς ναὸς στὸ ἄκρο τοῦ χωριοῦ μὲ πολιοῦχο τὴν Ἁγία Παρασκευή, μνήμη τῆς ὁποίας ἑορτἀζεται στὶς 26 Ἰουλίου. ἀρχιτεκτονική του εἶναι ἁπλὴ βασιλικὴ μὲ κωδωνοστάσιο. Τὸ μυστικὸ τοῦ χρόνου κτίσης κρύβει ἐντοιχισμένη πλάκα, ὁποία λόγω τῶν πολλῶν ἐπεμβάσεων ἔχει καλυφθεῖ μὲ ἐπιχρίσματα. Στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ χωριοῦ ἔχουν κτιστεῖ ἐξωκκλήσια, τὰ ὁποῖα φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου (ὅπως καὶ περὶ τοὺς ναοὺς χῶρος), πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου κατασκευάστηκαν.

1. Ἁη Γιάννης, ὁ: Εἶναι ἐξωκκλήσι κτητορικὸ τῆς οἰκογενείας Παναγιωτοπούλου ἐντὸς ἀγροτικῆς περιφερείας.

2. Ἁη Κωνσταντῖνος, ὁ: Τὸ ἐξωκκλήσι βρίσκεται ἐπὶ λόφου ὁμόρου τῆς θέσης Γκιώνης νοτιοδυτικὰ τοῦ χωριοῦ καὶ σὲ ἀπόσταση μόλις ἑνὸς χιλομέτρου ἀπὸ αὐτό.

 Ἡ  ὑπάρχουσα πέριξ τοῦ ναοῦ καλλιεργούμενη ἀγροτικὴ ἔκταση καὶ ἐλαιόφυτος ἀνήκει στοὺς ἀπογόνους τοῦ ἱερέα Κων/νου Θάνου. Ὁ ἱερέας Ἰωάννης Θᾶνος εἶναι κτίστης καὶ κτήτορας τοῦ ναοῦ, ὅπως καταδεικνύεται σὲ ἐντοιχισμένη στὴ δυτικὴ πλευρὰ πλάκα μὲ ἔτος κτίσεως 1856. Ὁ ἱερέας φέρεται καὶ ὡς δάσκαλος τοῦ χωριοῦ (παπαδάσκαλος), τοῦ ὁποίου τὸ σπίτι μνημονεύεται ὅτι κάποτε χρησιμοποιήθηκε ὡς Δημοτικὸ Σχολεῖο.

3. Ἁη Λιάς, ὁ: Τὸ ἐξωκκήσι εἶναι κτισμένο ἐπὶ λόφου, ὅπως συμβαίνει ἀνὰ τὸ πανελλήνιο. Ὁ λόφος καλύπτεται ἀπὸ συστάδες δένδρων, πλησίον τῆς θέσης Παλιοχώρι. Στὴ θέση αὐτὴ ὑπάρχει πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία παλιότερα ὑδρευόταν τὸ χωριό. Ἀνατολικὰ ὑπάρχει ὁ ὑπερκείμενος λόφος Κοκκινόβραχος, περὶ τοῦ ὁποίου γράφουμε στὸ οἰκεῖο λῆμμα. Ὁ ναὸς εἶναι ἁπλὴ βασιλικὴ καὶ φέρεται κτητορικὸς τῆς οἰκογενείας Μεταξιώτη ἀπὸ τὸν κτίστη Ἠλία. Ὁ ἀείμνηστος δημοδιδάσκαλος Ἄγγελος Στέφος στὸ ἔργο του ΙΣΤΙΑΙΑ (Α΄ τόμος) ἀναφέρεται στὸν ναό: «τὸ ἔτος 1903 μὲ Β.Δ ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ ὑπ’ ἀριθμ. 294 ΦΕΚ στὶς 24/12/1903 χορηγεῖται ἄδεια γιὰ συγκρότηση ἐρανικῆς ἐπιτροπῆς γιὰ τὴ συλλογὴ χρημάτων μὲ σκοπὸ τὴν ἐπισκευὴ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Προφήτη Ἠλία». Φαίνεται ὅτι ὁ ναὸς εἶχε κατασκευασθεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν πολυκαιρία εἶχε ὑποστεῖ φθορές. Σήμερα ἡ μνήμη του ἑορτάζεται ἀδιαλείπτως στὶς 20 Ἰουλίου μὲ τὴν πληροφορία ὅτι στὰ παλιότερα χρόνια ἐτελεῖτο λαϊκὸ πανηγύρι.

4. Ἀπὸ δύο ὑπάρχοντα εἰκονοστάσια τὸ ἕνα λέγεται Σταυρὸς καὶ τὸ δεύτερο μνημονεύει τὸν Ἅη Γιώργη.

 

Γ. ΦΥΤΩΝΥΜΙΚΑ:

Οἱ τοπωνυμίες τῆς κατηγορίας αὐτῆς καλύπτουν ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ὑφισταμένων θέσεων, ὅπως συμβαίνει σὲ ὅλα τὰ χωριά.

1. Τὰ Ἀμπέλια (Ἀμπέλια: ἐλαιοπερίβολα): Ἡ λέξη ἄμπελος εἶναι ὁμηρική (ι153, ω246), ὅπως καὶ τὸ ἐπίθετο ἀμπελόεις (Β561, Γ184, Ι152). Ἀπὸ τὸ ἄμπελος μὲ ὑποκορισμὸ ἐλέχθη ἀμπέλιον> ἀμπέλι. Κάθε χωριὸ ἔχει δικές του ἐκτάσεις, συνεχεῖς ἢ διακοπτόμενες, φυτεμένες μὲ κλήματα καὶ παράγει σταφύλια ἢ κρασὶ πρὸς ἐσωτερικὴ κατανάλωση, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα Vitis vinifera τῆς οἰκογενείας τῶν ambelidaceae/vitaceae.

2. Τὰ Θιλλύκια (Θηλίκια: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἐκ τοῦ φιλ(λ)υρέα> φίλ(λ)υκας> θίλλυκας> θιλλύκι μὲ ἀνομοίωση (παράβαλε τὸ ὁμηρικὸ φιλύη: ε477). Στὸν Θεόφραστο (A, 9, 3) τὸ φυτὸ ἀπαντᾶται ὡς φιλυρέα καὶ στὸν Διοσκουρίδη (Α, 96) ὡς φιλύρα ἄρρην καὶ σήμερα φέρεται μὲ τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα Philyrea media τῆς οἰκογενείας τῶν oleaceae. Τὸ φυτὸ εἶναι ἀείφυλλος θάμνος καὶ δενδρύλλιο, μὲ φύλλα παρόμοια μὲ τῆς ἐλιᾶς καὶ ξύλο βαρύ, συμπαγές, σκληρὸ καὶ δύσηπτο, χρήσιμο στὴν κατασκευὴ σκευῶν καὶ ἐξαρτημάτων ἐργαλείων (κουταλιών, πιρουνιῶν, στειλιαριῶν) καὶ κατάλληλο στὴν ἀνθρακοποιία. Τὰ φύλλα του εἶναι νομευτικὰ καὶ ὁ μικρὸς σφαιρικὸς καρπός του τροφὴ τῶν πουλιῶν. Μία μικρὴ ἀποικία ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ φυτοῦ ἔδωσε λαβὴ στὴ δημιουργία τοῦ τοπωνυμίου.

3. Τὸ Θυμάρι (Θυμάρι: θαμνώδης ἔκταση): Ἐκ τοῦ θύμος> θυμάριον> θυμάρι μὲ ὑποκορισμό. Ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ῥήματος θύω, εἴτε γιὰ τὴν εὐχάριστη ὀσμὴ ποὺ ἀναδίδει εἴτε διότι κατὰ πρῶτο χρησιμοποιήθηκε πρὸς καύση ἐπὶ τοῦ βωμοῦ. Στὸν Θεόφραστο (Α, 3, 1 καὶ Ζ, 1, 2) ἀναφέρεται ὡς θύμβρα ἢ θύμβρα καὶ κατὰ τὸν Διοσκουρίδη (Ε, 50) χρησίμευε στὴν παρασκευή «τοῦ θυμβρίτου οἴνου». Στὴν Εὔβοια ἀπαντῶνται 6 εἴδη θύμου (Thymus τῆς οἰκογενείας τῶν labiatae).

4. Τὸ Καλαμάκι (Καλαμάκι: ἐλαιοπερίβολα): Ἐκ τοῦ ὁμηρικοῦ (Τ222, ξ 214) καλάμη τὸ μεταγενέστερον κάλαμον> καλάμιον> καλάμι καλαμάκι μὲ ὑποκορισμό. Τὸ καλάμι εἶναι γενικὸς ὅρος γιὰ κάθε φυτὸ ποὺ δὲν εἶναι οὔτε πόα οὔτε θάμνος οὔτε

δέντρο. Τὸ φυτὸ εἶναι ὑδροχαρές (Donax τῆς οἰκογενείας τῶν gramineae), χρησιμότατο στὴν κατασκευὴ πλεκτῶν σκευῶν, πηνίων, στὴν περίφραξη, στὴν

 οἰκοδομική, στὴ στήριξη ποωδῶν ἢ ἀναρτιχητικῶν φυτῶν. Εἶδος καλάμου εἶναι τὸ καλαμάκι τῆς ἴδιας οἰκογενείας, τὸ λεγόμενο καὶ ἀγριοκάλαμο (Agrostis alba, Phragmites communis, Arundo phragmites).

5. Οἱ Κερασιές (Κερασιές: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἀπὸ τὸ ἀπαντώμενο στὸν Θεόφραστο (Γ, 3, 13) ὡς ἀρσενικὸ κέρασος> κερασέα> κερασιά. Τὸ φυτό, φυλλοβόλο δένδρο μὲ τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα Prunus dulcis τῆς οἰκογενείας τῶν rosaceae, εἶναι καλλιερ-γούμενο γιὰ τὶς εὔγευστες.

6. Οἱ Κοκκορετζίτσες (Κοκορετζίτσες: ἐλαιοπερίβολα): Ἐκ τοῦ κόκκος καὶ ῥητίνη. Τὸ φυτὸ εἶναι θάμνος καὶ δενδρύλλιο φυλλοβόλο μὲ ῥητινώδη κορμὸ καὶ φύλλα. Εἶναι ἡ ἄγρια φιστικιά, Pistacia terebinthus τῆς οἰκογενείας τῶν anacardiaceae.

7. Ὁ Κολτσιδιάς (Κολτσιδιάς: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἐκ τοῦ κολλῶ> κολλητός> κολλητίδα> κολλητσίδα> κολλητσιδιὰς περιεκτικό. Οἱ κολλητσίδες εἶναι ὁμάδα ποῶν μὲ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ὅτι κολλοῦν εὔκολα στὰ ῥοῦχα. Μερικὲς ἔχουν μικρὲς ἄκανθες καὶ μερικὲς λαχανεύονται. Τὰ εἴδη τους εἶναι πολλὰ καὶ ἀνήκουν σὲ διαφορε-τικὲς οἰκογένειες (Asperugo repens borraginaceae, Hanthium spinosum labiatae, Strumarium labiatae, Tribola terestris zygoplyllaceae, Arctium lappa compositae …). Ὡς τοπωνυμία δικαιολογεῖ πλήρως τὴν ὀνομασία.

8. Τοῦ Κότσικα (Κότσικα: ἐλαιοπερίβολα): Ἐκ τοῦ κόκκος μὲ τσιτακισμό. Εἶναι θάμνος καὶ δένδρο φυλλοβόλο, τοῦ ὁποίου τὰ φύλλα καὶ ὁ καρπὸς εἶναι νομευτικά, ἐνῶ τὸ ξύλο του εἶναι ἐγκάρδιο, χρήσιμο στὴν κατασκευὴ πασσάλων. Στὸν Θεόφραστο (Α, 11, 2) εἶναι γνωστὸ ὡς κερκίς, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα Cercis siliquastrum τῆς οἰκογενείας τῶν cisalpinaceae.

9. Ἡ Κοτσικιά (Κοτσικιά: ἐλαιοπερίβολα): Εἶναι θηλυκὸ τοῦ προηγουμένου καὶ μᾶλλον πλησμονῆς σημαντικό, ἤτοι ἢ δηλώνει ἕνα καὶ μόνο δένδρο θεατὸ ἀπὸ μακριὰ ἢ πλῆθος ὁμοίων.

10. Τὰ Κουφόβουρλα (Κουφόβουρλα: ἐλαιοπερίβολα). Τὸ δεύτερο συνθετικὸ ἐκ τοῦ βρύλλα βροῦλλον βροῦλλος μὲ μετάθεση τοῦ ῥ. Τὸ βοῦρλο καὶ ἡ βουρλιὰ εἶναι ὑδροχαρὴς πόα μὲ πολλὰ ἐτήσια καὶ πολυετῆ εἴδη μὲ τὸ ὄνομα Iuncus τῆς οἰκογενείας τῶν iuncaceae. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος εἶδος εἶναι μὲ κυλινδικὸ κούφιο στέλεχος καὶ χρησιμοποιόταν στὴν κατασκευὴ πλεκτῶν εἰδῶν καὶ στὸν ὁρμαθισμό. Ἡ λαϊκὴ παροιμιώδης φράση «τοῦ κόπηκε τὸ βοῦρλο» ἤ «ἔκοψε τὴ βουρλιά» ἐννοεῖ ὅτι τοῦ κόπηκε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς.

11. Οἱ Μαυραγάνες (Μαυραγάνες: ἐλαιοπερίβολα). Ἂν δὲν εἶναι ἐπιχώρια ὀνομασία κάποιου φυτοῦ, τότε μᾶλλον πρόκειται γιὰ εἶδος σίτου, γνωστοῦ ὡς μαυραγανιοῦ, διότι τὰ ἄγανα αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἔχουν μαῦρο χρῶμα. Ὡς τοπωνυμία δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κάποτε ἐδῶ ἔσπερναν τὰ χωφράφια μὲ μαυραγάνι.

12. Ὁ Πλάτανος (Πλάτανος: ἐλαιοπερίβολα): Ἐκ τοῦ ὁμηρικοῦ (Β310) πλατάνιστος> πλατάνη πλάτανος, λόγω τοῦ πλατέος σχήματος τῶν φύλλων του. Τὸ φυτὸ εἶναι δένδρο φυλλοβόλο, ὑδροχαρές, μακροβιότατο, μὲ ξύλο μετρίως σκληρὸ ἀλλὰ δίσχιστο, ἀνθεκτικὸ καὶ εὐέργαστο, χρήσιμο στὴν κατασκευὴ πλήθους ἀντικειμένων καὶ σκευῶν. Παλιότερα τὰ κλαδιὰ μὲ τὰ φύλλα χρησίμευαν ὡς στεγαστικὸ ὑλικὸ μαντριῶν καὶ καλυβιῶν. Τὸ εἶδος ποῦ ἐμφιλοχωρεῖ στὴν Εὔβοια ὀνομάζεται πλάτανος ὁ ἀνατολικός (Platanus orientalis τῆς οἰκογενείας τῶν platanaceae).

13. Οἱ Τριανταφυλλιές (Τριανταφυλλιές: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὴν ἄγρια τριανταφυλλιά, ἡ ὁποία εἶναι θάμνος ἀκανθωτὸς καὶ ἀναρριχητικὸς μὲ πολὺ μικρὰ ῥόδα. Εἶναι αὐτοφυὲς ἐντὸς τῶν δασῶν φυτὸ μὲ τὸ ἐπιστημονικὸ ὄνομα Rosa canica τῆς οἰκογενείας τῶν rosaceae.

14. Οἱ Φτεριᾶδες (Φτεριᾶδες: ἀγροτικὴ περιφέρεια): Ἐκ τοῦ πτέρις> πτέρη> φτέρα μὲ ἀνομοίωση> φτεριὰς πλησμονῆς σημαντικό. Εἶναι ὁμάδα πολυετῶν ποωδῶν φυτῶν μὲ ῥίζωμα δυσεξόντωτο τῆς οἰκογενείας τῶν polypodiaceae (Asplenium lanceolatum, Trichomanes, Nephrodium pallidum, Pteridium aquillinum).                                                                                                                                                                                                                                                       

Δ. ΖΩΩΝΥΜΙΚΑ:

Αὐτὰ ὀφείλουν τὴ γένεσή τους στὰ ἐνδιαιτώμενα συνήθως ἄγρια ζῶα, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστό, σπάνια ἔχουν μόνιμη κατατοικία, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν τοπωνυμιῶν τῶν προερχομένων ἀπὸ ζῶα εἶναι περιορισμένος, ὅπως καὶ στὴν Αὐγαριά.
1. Ὁ Γκιώνης (Γκιῶνες: ἐλαιοπερίβολα). Φαίνεται ὅτι τὸ νυκτόβιο πτηνὸ γκιώνης ἀκουγόταν τὶς νύχτες στὸν τόπο αὐτό. Ἐτυμολογικὰ ἡ λέξη κατὰ μία ἐκδοχὴ εἶναι ἠχομιμητικὴ ἀπὸ τὴ λαλιὰ τοῦ πτηνοῦ αὐτοῦ καὶ κατ’ ἄλλη μὲ γραφὴ γκιόνης προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀλβανικὸ g΄ion. Ὁ αἰγωλιὸς ἢ σκὼψ ἢ στρίγξ (Otus scops/Ulula scops τῆς οἰκογενείας τῶν Strigiformes) εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν κουκουβάγια καὶ ὠφελιμότατο, διότι τρέφεται κυρίως μὲ ποντίκια.
2. Ἡ Λαγόραχη (Λαγόραχη: ἐλαιοπερίβολα). Τὸ σύνθετο αὐτὸ τοπωνύμιο δηλώνει ὅτι ἡ περιφέρεια αὐτὴ πάνω σὲ ῥάχη λόφου ἢ ὑψώματος ἦταν (καὶ εἶναι;) ἐνδιαίτημα ἢ πέρασμα λαγῶν. Τὸ τοπωνύμιο ἀπαντᾶται καὶ σὲ ἄλλα χωριὰ καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ὑπάρχουν καὶ τὰ σύνθετα Λαγόμαντρα, Λαγοβούνι, Λαγορέματα. Ἐτυμολογικὰ τὸ πρῶτο συνθετικὸ ἀπαντᾶται στὸν Ὅμηρο ὡς λαγωός (Lepus vulgaris τῆς οἰκογενείας τῶν Leporidae).

                                                                             

                                                                  (Επιστροφή στην Αρχή της Σελίδας)

 

ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΜΙΤΕΛΗΣ

Η ιστοσελίδα είναι ιδιοκτησία του Πολιτιστικού Συλλόγου Αβγαριάς Ν. Ευβοίας
 Ευχαριστούμε τα μέλη και τους φίλους που συνέβαλλαν στην διαμόρφωση της σελίδας του Συλλόγου μας.
(e-mail: gdangelop@avgaria.gr).

                                                                                                                   Επιστροφή στην Αρχή